Θυῖα

Θυῖα, τά, ([etym.] θύω) festival of Dionysus at Elis, Paus.6.26.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Θυία — Θυίᾱ , Θυία mortar fem nom/voc/acc dual Θυίᾱ , Θυίη mortar fem nom/voc/acc dual Θυίᾱ , Θυίη mortar fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυίᾳ — Θυίᾱͅ , Θυία mortar fem dat sg (attic doric aeolic) Θυίᾱͅ , Θυίη mortar fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυῖα — Θυία mortar fem nom/voc sg Θυῖα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυία — θυίᾱ , θυία mortar fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυίᾳ — θυίᾱͅ , θυία mortar fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυῖα — θυία mortar fem nom/voc sg θυῖον resin neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυία — (I) ἡ (Α θυία) [θύον] νεοελλ. βοτ. γένος φυτών τής οικογένειας τών κωνοφόρων, κν. τούγια αρχ. 1. ευώδες δένδρο τής Αφρικής 2. το θύον*. (II) θυῑα, τὰ (Α) [θύω (ΙΙ)] γιορτή προς τιμήν τού Διονύσου στην Ήλιδα …   Dictionary of Greek

  • Θυία ή Θυίη — Μυθολογικό πρόσωπο. Το όνομά της σημαίνει θύελλα ή ορμή και προέρχεται, πιθανώς, από το ρήμα θύω (καταλαμβάνομαι από μανία). Κατά τον Ηρόδοτο, η Θ. ήταν Μαινάδα, κόρη του φωκικού βοιωτικού ποτάμιου θεού Κηφισού. Λατρευόταν με εξιλαστήριες θυσίες… …   Dictionary of Greek

  • Θυίας — Θυίᾱς , Θυία mortar fem acc pl Θυίᾱς , Θυία mortar fem gen sg (attic doric aeolic) Θυίᾱς , Θυίη mortar fem acc pl Θυίᾱς , Θυίη mortar fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυίας — θυίᾱς , θυία mortar fem acc pl θυίᾱς , θυία mortar fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυίαι — Θυίᾱͅ , Θυία mortar fem dat sg (attic doric aeolic) Θυίᾱͅ , Θυίη mortar fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.